Διηγήματα

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2097

Το διήγημα δημοσιεύτηκε στο Φρέαρ, στο πλαίσιο του αφιερώματος με θέμα «Καύσωνας». (Ιούλιος 2017).

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2097

Μαζευτήκαμε όλοι. Όλοι, εκτός από τους πεθαμένους.

O παππούς στη μέση. Εμείς γύρω του σ’ έναν κύκλο που μεγάλωνε χωρίς να κλείνει, σαν κουλουριασμένο φίδι που γέμιζε την αποβάθρα. Το τσιμέντο άχνιζε. Δεκάξι μέρες καύσωνας. Ή δεκαεφτά, έχω χάσει το μέτρημα.

«Σας μάζεψα εδώ-», ξεκίνησε ο παππούς με τραχιά φωνή. Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο με την ανάστροφη της παλάμης, χωρίς να πάρει το βλέμμα του απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος έσβηνε κατάχλωμος μέσα της. Σαν τον παππού. Πήρε βαθιά ανάσα. «Εδώ κάναμε μπάνιο». Τα παιδιά ανασκουμπώθηκαν. Θα έλεγε ιστορία. Σε όλους αρέσουν οι ιστορίες του, ας τις έχουνε ακούσει εκατό φορές. «Όταν πεθάνει, κανείς δεν θα λέει παραμύθια», είπε μια μέρα ο ξάδερφός. «Δεν είναι παραμύθια», είπα. «Και κουνήσου απ’ τη θέση σου, δεν θα πεθάνει». Δεν κουνήθηκε. «Όλοι πεθαίνουν», είπε. Δίκιο έχει. Το λέει και ο ίδιος: «Από θαύμα ζω». Ο παππούς επιβίωσε από τον ατελείωτο πόλεμο. Από τον πρώτο λιμό. Τις πλημμύρες. Κι εγώ σώθηκα από τις πλημμύρες. Όλοι που ’μαστε εδώ. Αλλιώς δεν θα ’μασταν.

«Κάναμε μπάνιο», επανέλαβε σαν βραχνός αντίλαλος του εαυτού του. «Και δροσιζόμασταν». Ο αέρας έφτανε πάνω από το νερό σταχτής και πυκνός, όπως τότε με τις άσβεστες πυρκαγιές. Α, κι από τις πυρκαγιές σώθηκε. «Μα τον Θεό, και τώρα να δροσιστώ θέλω». Κάποια παιδιά γέλασαν, οι μεγάλοι κοιτάχτηκαν. Η μάνα σάλιωσε τα χείλη της, σαν να ετοιμαζόταν να μιλήσει. Δεν μίλησε. Συνέχισε ο πατέρας της: «Είμαι άρρωστος, τα ξέρετε. Και γιατρό να ’χαμε, δεν θα μ’ έκανε καλά». Κοίταξε τον γιο του γιατρού. Λες κι έφταιγε αυτός που πέθανε ο πατέρας του πριν του διδάξει την τέχνη. Πέθανε στην τρίτη επιδημία. Α, ο παππούς γλύτωσε κι από τις επιδημίες. Εγώ μόνο από την τελευταία. Στις άλλες δεν είχα γεννηθεί. Στην τρίτη έχασα δυο αδερφές, το μωρό και τον πατέρα. Και τις θείες. Μην τα πολυλογώ, στην καλύβα έμεινα εγώ, η μάνα και ο ξάδερφος.

Και ο παππούς.

Γύρισε σε μένα, σαν να διάβασε τη σκέψη μου. «Είσαι ο αρχηγός τώρα», και μου ανακάτεψε τα μαλλιά. Δεν μ’ αρέσει να μου ανακατεύουν τα μαλλιά. Αλλά μ’ άρεσε που με είπε αρχηγό. Ίσιωσα την πλάτη, όπως έλεγε να κάνουμε για να κρύβουμε τον φόβο. Στηρίχτηκε στον ώμο μου και σηκώθηκε. Φίλησε τη μάνα μου στο μάγουλο, και ανακάτεψε τα μαλλιά του ξάδερφου. Όταν έφτασε στην ακροθαλασσιά, έβγαλε τα ρούχα του. Τα ’χαμε φτιάξει απ’ τα σακιά της τελευταίας βοήθειας. Προχώρησε στο γκρίζο νερό και δεν σταμάτησε ούτε όταν οι πρώτες μέδουσες ανέβηκαν στον αφρό. Ούτε όταν έγιναν κοπάδι και τσιμπάγανε αχόρταγα το κοκαλιάρικο κορμί του.

Όταν το νερό κάλυψε τα πόδια του, γύρισε και μας κοίταξε. Ίσως να κοίταξε μόνο εμένα. Τον αρχηγό. Τέντωσα την πλάτη. «Αντίο» είπε δυνατά και έριξε μια βουτιά στα ακίνητα μολυβένια νερά. Βουτιά, σαν αυτές απ’ τα παραμύθια.

«Αντίο παππού», είπα. Αλλά δεν θα μ’ άκουσε.

Έμεινα όλη νύχτα να κοιτάω τη θάλασσα. Η ζέστη δεν έλεγε να πέσει. Τουλάχιστον θα δροσίστηκε, σκέφτηκα όταν ξύπνησα. Κάποιος είχε σκαλίσει στην άμμο το όνομά του. Από κάτω έγραφε: 2017-2097.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s