Διηγήματα

Λέγε με Ναθαναήλ

Μικροδιήγημα του Γιάννη Γορανίτη, μία από τις τέσσερις συμμετοχές που διακρίθηκαν στο πλαίσιο του διαγωνισμού δημιουργικής γραφής των εκδόσεων Μεταίχμιο με αφορμή το έργο του Paul Auster.

ΛΕΓΕ ΜΕ ΝΑΘΑΝΑΗΛ

Το όνομα Φάνσοου το άκουσα για πρώτη φορά μετά τον θάνατο του Ναθαναήλ. Για την ακρίβεια δεν το άκουσα παρά το διάβασα στο μακροσκελέστατο γράμμα που άφησε ο καλός μου φίλος, εξιστορώντας αναλυτικά την περιπετειώδη ζωή του και ερμηνεύοντας τις αιτίες της μυστικοπάθειάς του. Όλα όσα γνώριζα για το παρελθόν του –προτού δηλαδή μπαρκάρει στο δεξαμενόπλοιο Princess III, στο οποίο ήμουν τότε Πλοίαρχος– αποδείχθηκαν αποκυήματα της οργιώδους φαντασίας του. Οι άκρως πειστικές και αληθοφανείς ιστορίες που μου είχε κατά καιρούς διηγηθεί ήταν προϊόντα της μυθοπλαστικής του δεινότητας, την οποία μόλις πρόσφατα άρχισα να ανακαλύπτω. Ήξερα ότι λάτρευε τη λογοτεχνία, άλλωστε το μοναδικό πράγμα που ζητούσε να του φέρω από τα ταξίδια μου ήταν βιβλία, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ήταν και ο ίδιος συγγραφέας. Και μάλιστα παραγωγικότατος, αν κρίνω από τον όγκο των χειρόγραφων, που προφανώς συνέγραψε στα σχεδόν είκοσι χρόνια που έμεινε στο πατρικό μου σπίτι στα Χανιά. Εγώ του το πρότεινα, όταν μου είπε ότι σκεφτόταν να μείνει μόνιμα στην Ελλάδα, αμέσως μόλις ξεμπαρκάρει. Ενοίκιο δεν του ζήτησα, ήθελα μόνο να φροντίζει το σπίτι, που είχε ερημώσει μετά τον θάνατο των γονιών μου. Τα καλοκαίρια που κατεβαίναμε οικογενειακώς στην Κρήτη, αποσυρόταν στη μικρή κάμαρά του και έβγαινε αργά το βράδυ για να πιούμε καμιά ρακή και να αφηγηθεί κάποια από τις ευφάνταστες ιστορίες του.
Αυτό που φυσικά υποπτευόμουν ήταν ότι ο άνθρωπος που συστήθηκε ως Nathaniel Blithedale (το όνομα που έγραφε στο διαβατήριό του, αλλά και σε όλα τα χαρτιά που είχε προσκομίσει στη ναυτιλιακή εταιρεία πριν προσληφθεί) έκρυβε κάποιο μεγάλο μυστικό. Μελετώντας τις δεκάδες σελίδες που άφησε πριν αποχαιρετήσει τα εγκόσμια, νομίζω ότι το ανακάλυψα. Γι’ αυτό και πείστηκα να ταξιδέψω τόσο μακριά και να σας παραδώσω αυτή την ογκώδη κούτα με τα χειρόγραφα και τις σημειώσεις του. «Μόνο ο παιδικός μου φίλος μπορεί να τα εκτιμήσει και να τα διαχειριστεί» έγραφε στο συνοδευτικό σημείωμα.
Όταν έμαθε ότι του απομένουν λίγοι μήνες ζωής, τον ρώτησα αν θα επιθυμούσε να επιστρέψει στην Αμερική. Δεν μου απάντησε, παρά γέλασε πικρά και μετά από λίγα δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής είπε: «Όχι, εδώ είναι πλέον η πατρίδα μου. Εδώ θέλω να με θάψουν. Όταν πεθάνω όμως, θέλω να πας εσύ στην Αμερική». «Τι να κάνω εγώ στην Αμερική;» απόρησα. «Θα βρεις αναλυτικές οδηγίες σε ένα γράμμα που έχω αφήσει για σένα μέσα στη διαθήκη μου». Μου φάνηκε αστείο το γεγονός ότι είχε συντάξει διαθήκη, καθώς ως γνωστόν δεν είχε υπάρχοντα και έβγαζε τα προς το ζην παραδίδοντας μαθήματα Αγγλικών. Όταν όμως ανοίχθηκε η διαθήκη παρουσία μου, συνειδητοποίησα τη σημασία της. Τότε έμαθα ότι έχει παιδί, αλλά και δίδυμο αδερφό, ο οποίος μάλιστα έστησε εκ μέρους του και στήριξε μέχρι τέλους την υπόθεση της εξαφάνισης, υποδυόμενος τον Φάνσοου. Έγραψε επίσης ότι μόνο εσείς θα καταλαβαίνατε, ειδικά αν ανακαλέσετε στη μνήμη σας την ιστορία με τους διδύμους που έγραψε στα δέκα του χρόνια και διάβαζε στη σχολική τάξη.
Γι’ αυτό, κύριε Μέλβιλ, και παρότι αντιλαμβάνομαι την ενόχλησή σας, σας εκλιπαρώ να αντιμετωπίσετε με σεβασμό το πολύτιμο έργο του Ναθαναήλ. Συγγνώμη, του Φάνσοου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s