Διηγήματα

Πονάω

Μου ζήτησαν από την Καθημερινή να γράψω για μια Κυριακή. Και αποφάσισα να γράψω για την πρώτη μου.

Δάγκωσε το μάγουλό της από μέσα. Για να μην πονάει.
«Πονάς;» ρώτησε ο γιατρός, λες και διάβασε τη σκέψη της. Δεν χρειαζόταν. Ο πόνος ήταν τόσο έντονος, τόσο διαβρωτικός, που αλλοίωνε τα χαρακτηριστικά της. «Δεν πονάς;» επέμεινε.
«Πονάω», του είπε. Και έσφιξε τα δόντια. Για να μην πονάει.
«Αφού πονάς, γιατί δεν φωνάζεις;» «Και τι θα κερδίσω;»
Ο νοσοκόμος χαμογέλασε. Εκείνη δεν μπορούσε να χαμογελάσει. Δεν άντεχε. Έκλεισε τα μάτια και δάγκωσε δυνατότερα το μάγουλo. Ο πόνος όμως δεν έλεγε να φύγει. Επανερχόταν σε κύματα, όλο και πιο έντονος, όλο και πιο διεισδυτικός.
«Λίγο ακόμα», είπε ο γιατρός. Το ίδιο επαναλάμβανε από την ώρα που ξεκίνησε η γέννα.
«Το κεφάλι είναι εκεί», είπε όταν ένιωσε τα δάχτυλα του γιατρού να ψηλαφούν τα πλευρά της.
«Δεν μπορεί να είναι εκεί το κεφάλι», απάντησε ο γιατρός και ακούμπησε τη βάση της παλάμης του στο ίδιο σημείο. «Δεν μπορεί. Τόσες γέννες έχω κάνει», της είπε.
«Εκεί είναι», επέμεινε εκείνη.
Ζήτησε τον παλμογράφο. Η ψύχρα του μετάλλου διαδέχτηκε τη ζεστασιά της παλάμης του. «Κι όμως», είπε στον νοσοκόμο.
Εκείνος αμίλητος ξεκίνησε να την πιέζει με τις γροθιές του. «Πρώτη φορά βλέπω κάτι τέτοιο», έλεγε όπως έσπρωχνε πόντο πόντο το κεφάλι του εμβρύου. «Απίστευτο».
Τους άκουγε να συζητούν για εκείνη, σαν να κρυφάκουγε έναν διάλογο για κάποια άγνωστη. Βόγκηξε, λες και ήθελε να τους θυμίσει ότι ήταν παρούσα. Όχι, βόγκηξε γιατί πονούσε. Πονούσε περισσότερο, πιο αφόρητα, πιο αδιανόητα από ποτέ. Ο νοσοκόμος πίεζε πια με το γόνατο την κοιλιά της. «Λίγο ακόμα», είπε ο γιατρός. Λίγο κι άλλο λίγο. Ήταν κατακόκκινος, κάθιδρος από την προσπάθεια. Ιδρώτας έλουζε κι εκείνη. Κρύος.
«Σκέψου κάτι ευχάριστο». Ευχάριστο; Το κυριακάτικο τραπέζι ήταν το πρώτο που της ήρθε. Τέτοια ώρα θα έτρωγαν. Με τη μικρή και τον Γιώργο. Οι πόνοι την έπιασαν την ώρα που μαγείρευε – χοιρινό με σέλινο, όπως κάθε Κυριακή. Έσφιξε την κουτάλα για να μην πονάει. Ο πόνος όμως ήταν αφόρητος. Και παραμένει αφόρητος. Σκέψου κάτι ευχάριστο: τη μικρή. Σε λίγο θα γίνει η μεγάλη. Σε λίγο. «Λίγο ακόμα», είπε ο γιατρός, λες και διάβασε τη σκέψη της. Θα γίνει η μεγάλη, μόνο αν–. «Θα τα καταφέρουμε», διάβασε ξανά τη σκέψη της ο γιατρός. Τον έβλεπε θαμπό πια. Όλα θαμπά.
Και μετά σιωπή.
«Ρε κερατά, καταλαβαίνεις ότι παίζεις με δυο ζωές;» άκουσε τον γιατρό να φωνάζει μόλις άνοιξε τα μάτια της. Στον νοσοκόμο φώναζε. Εκείνος κρατούσε τον παλμογράφο με τρεμάμενο χέρι. «Εντάξει, ανεβαίνουν οι σφυγμοί», είπε μέσα από τα δόντια του. Ο γιατρός βλαστήμησε και μετά ούρλιαξε: «Την κουτάλα». Την κουτάλα; σκέφτηκε εκείνη. Χοιρινό με σέλινο. Κάτι ευχάριστο. «Γρήγορα. Έχει μπλαβίσει». Η ψύχρα του μετάλλου. Όλα θαμπά.
«Το κεφάλι», την ξύπνησε ξανά η φωνή του γιατρού. Ακούστηκε ένα συριστικό κλάμα. Άγνωστο και συνάμα οικείο. Ο γιατρός άνοιξε την κουτάλα και πρόβαλε ένα άτριχο κεφαλάκι.
«Θα του αφήσει σημάδι;» ρώτησε εκείνη. «Μέχρι να πάει φαντάρος, θα του ’χει φύγει», είπε ο γιατρός. «Είναι αγόρι», και τον απίθωσε στην αγκαλιά της. Με το που ακούμπησε στο μπράτσο της, το σπαραχτικό κλάμα σταμάτησε μονομιάς.
Και τότε κατάλαβε γιατί δεν πονούσε. ■
*Ο Γιάννης Γορανίτης εργάζεται ως δημοσιογράφος. Η συλλογή διηγημάτων «24» (εκδ. Πατάκη) είναι το πρώτο του βιβλίο. John Goranitis
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό «Κ» της Κυριακάτικης Καθημερινής (14/01/2018)
Φωτογραφία: Eve Arnold, Λονδίνο, 1968

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s