Τι βλέπουν οι νέοι; Του Γ. Ν. Περαντωνάκη (Εφημερίδα των Συντακτών, 14/01/2018)

Τα διηγήματα του Γ. Γορανίτη διακρίνονται για τη σύζευξη δύο αλληλένδετων νημάτων στην ίδια ιστορία, μια συνύφανση που δίνει δισδιάστατη υπόσταση στο κείμενο. Μια μικρή ιστορία δύο-τριών προσώπων, συχνά παιγνιωδώς αλλόκοτη, που συνδέεται με μια ανάμνηση, μια παράλληλη πραγματικότητα, μια ένθετη ιστορία.

Ολόκληρη η κριτική:

Το μέλλον δεν είναι μια αόριστη έννοια, το ζούμε ήδη μέσα στο παρόν, χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Ο,τι διαβάζουμε σήμερα, αύριο-μεθαύριο μπορεί να είναι ένα ένδοξο παρόν διαρκείας, όποιοι συγγραφείς κυοφορούνται στις μέρες μας μπορεί να είναι η γενιά του 2010, που θα οδηγήσει τα ελληνικά γράμματα στην ακμή. Επομένως, περιμένουμε στα έργα των πρωτοεμφανιζόμενων μια νέα πνοή, μια δυναμική που θα εξαργυρωθεί στα επόμενα κείμενά τους, ένα ανανεωτικό πλάνο που θα αναδείξει τις λογοτεχνικές και κυρίως τις κοινωνικές και πολιτικές προοπτικές της ανθρώπινης σκέψης.

Τέλος, ο Γιάννης Γορανίτης διαπερνά την Αθήνα, παρακολουθώντας έναν έναν τους σταθμούς του Ηλεκτρικού, άλλοτε μέσα κι άλλοτε έξω από τον συρμό. Τα τελευταία χρόνια επανέρχεται το τρένο ως σκηνικό, από τον Γιάννη Τσίρμπα ώς τη Δώρα Κασκάλη, κι ειδικότερα το Μετρό στα διηγήματα της Μέμης Κατσώνη. Ο συρμός, οι ράγες του κι οι σταθμοί του είναι μια γραμμή που οριοθετεί, σημαίνει την περιοχή, αλλά και κινείται κατά μήκος του Λεκανοπεδίου, συνδέοντας μέρη και χωρίζοντας υπάρξεις.

Τα διηγήματα του Γ. Γορανίτη διακρίνονται για τη σύζευξη δύο αλληλένδετων νημάτων στην ίδια ιστορία, μια συνύφανση που δίνει δισδιάστατη υπόσταση στο κείμενο. Μια μικρή ιστορία δύο-τριών προσώπων, συχνά παιγνιωδώς αλλόκοτη, που συνδέεται με μια ανάμνηση, μια παράλληλη πραγματικότητα, μια ένθετη ιστορία. Κι ενδιάμεσα τυπώνονται αποσπάσματα διαλόγων, οι οποίοι ακούγονται στο τρένο και διατρέχουν τα διηγήματα, κόβονται στο ένα και ξαναρχίζουν στο επόμενο, εκφράζουν και μαζί παρωδούν τις αντιλήψεις των Ελλήνων, δίνοντας μια τρίτη διάσταση στη συλλογή.

Κάθε κείμενο δεν είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία, αλλά αποτελεί ένα καλοζουμαρισμένο πλάνο, ακριβώς εκεί που πρέπει, με όλες τις προεκτάσεις να δίνονται μέσω αναδρομών και αφηγηματικών στοχασμών.

Βασικό σκηνικό είναι το νοσοκομείο και οι κάθε είδους παθήσεις, ενώ ο θάνατος φαίνεται να ξεμυτίζει είτε στο άμεσο μέλλον είτε στο πρόσφατο παρελθόν. Ετσι, μεταξύ τρένου και θαλάμου διαχέονται συναισθήματα οδύνης, νοσταλγίας, πίκρας, βουβού πόνου. Κάθε κείμενο δεν είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία, αλλά αποτελεί ένα καλοζουμαρισμένο πλάνο, ακριβώς εκεί που πρέπει, με όλες τις προεκτάσεις να δίνονται μέσω αναδρομών και αφηγηματικών στοχασμών. Κι εκεί που τελειώνει η μία ιστορία, αυτή ξαναρχίζει μερικά διηγήματα παρακάτω, με αποτέλεσμα να εναλλάσσονται συνοχή και αποσπασματικότητα.

Διαβάζοντας πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, αναζητώ συχνά το κίνητρο που τους έβγαλε στη γραφή, το προσωπικό ή το κοινωνικό ελατήριο που τους ώθησε στη λογοτεχνία. Κι αυτό γιατί έτσι θα καταλάβουμε ποιος καινούργιος προβληματισμός κινεί τους νέους και κατά συνέπεια τι νέο φέρνουν στον αναγνώστη. Εν τέλει, βλέπω πολύ βιογραφισμό, αγκίστρωση στα προσωπικά βιώματα και μερική αναγωγή τους στο γενικό, βλέπω όμως και φρέσκο ύφος, που ανανεώνει τον αραχνιασμένο λυρικό λόγο, βλέπω λοξές ματιές που μπορεί ακόμα να μην είναι αισθητικά άρτιες, αλλά δεν παύουν να αποτελούν το νέα ρυάκι σε έναν λογοτεχνικό προβληματισμό, ο οποίος χρειάζεται συνεχώς στροβίλους και χειμάρρους.

Του Γ.Ν. Περαντωνάκη

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 14 Ιανουαρίου 2018.