Ποιος ειμαι

Στο αυτί του βιβλίου συστήνομαι ως εξής: Ο Γιάννης Γορανίτης γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα. Εργάζεται ως δημοσιογράφος και μεταφραστής. Διηγήματά του έχουν βραβευτεί σε διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες. Το «24» είναι το πρώτο του βιβλίο.

Για να έχεις φτάσει όμως μέχρι εδώ, θα έχεις την περιέργεια να ανακαλύψεις και κάτι παραπάνω για μένα. Αν έφτασες δε κατά λάθος, ακόμη καλύτερα. Θα συστηθώ ως άγνωστος μεταξύ αγνώστων.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν θα είχε νόημα να συστήσω τον εαυτό μου, αλλά τον Γιάννη Γορανίτη που γράφει.

Η ερώτηση λοιπόν του τίτλου θα έπρεπε να επαναδιατυπωθεί. Αντί για «Ποιος είμαι» να γίνει «Γιατί γράφω». Ωραία ερώτηση, που λένε και στις συνεντεύξεις (για να κερδίσουν χρόνο). Πολύ δύσκολη όμως η απάντηση.

Θα μου άρεσε να χρησιμοποιώ το κλισέ «γράφω για να ζω και ζω για να γράφω». Αλλά δεν είναι έτσι. Τουλάχιστον το δεύτερο σκέλος. Πράγματι, γράφω για να ζήσω, βιοπορίζομαι από το γράψιμο από τα 19 μου. Όχι ως πεζογράφος, αλλά ως δημοσιογράφος.  Πριν ανοίξουμε το κεφάλαιο, επιχειρώ να το κλείσω: όχι, η δημοσιογραφία δεν έχει καμία σχέση με την πεζογραφία. Καμία.

Πράγματι επίσης, γράφω και στον ελεύθερο χρόνο μου. Όχι ως δημοσιογράφος, αλλά ως πεζογράφος. Γράφω όπου και όποτε μπορώ. Κι όταν δεν γράφω, έχω τύψεις. Δεν ζω λοιπόν, για να γράφω.

Γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

Και επειδή επί σειρά ετών, δεν ήμουν ικανοποιημένος με αυτά που έγραφα, συνήθιζα να σβήνω. Να σκίζω σελίδες, να πατάω delete. Και μετά ‘Άδειασμα του Κάδου Ανακύκλωσης’.

Συνέχιζα όμως να γράφω, όχι όσο επίμονα και συστηματικά θα ήθελα, λόγω έλλειψης χρόνου. Εδώ θα επιστρατεύσω ένα ακόμη κλισέ: το σαράκι. Κακόηχη ως λέξη, αλλά απόλυτα ακριβής ως μεταφορά για να περιγράψει πώς νιώθει αυτός που επιθυμεί να δημιουργήσει, αλλά δεν το κάνει. Μένει στην επιθυμία. Και κάτι τον τρώει. Αυτό το κάτι είναι το σαράκι. Κάποια στιγμή αποφάσισα να μην αφήσω το σαράκι να με τρώει άλλο. Ή τουλάχιστον να μην του επιτρέψω να με κατασπαράζει νυχθημερόν.

Και συνέχισα να γράφω. Ενδιάμεσα παρακολούθησα μαθήματα δημιουργικής γραφής. Online και offline. Σεμινάρια ή διαλέξεις. Πρακτικά και θεωρητικά. Σε μικρές και μεγάλες ομάδες. Άλλα που πλήρωνα και άλλα που παρακολουθούσα δωρεάν όταν κέρδιζα σε διαγωνισμούς: όπως αυτοί στους οποίους επικρατούσα, διακρινόμουν ή διεκδικούσα την προτίμηση του κοινού.

[Παρένθεση: Αν και το διαμέτρημα μου είναι μηδαμινό για να δίνω συμβουλές σε επίδοξους συγγραφείς, θα τολμήσω μόνο μία: να παρακολουθείτε μαθήματα γραφής. Το γράψιμο διδάσκεται. Το γράψιμο είναι μια τέχνη απαιτητική και σκληρή. Απαιτεί δουλειά, αφοσίωση και κόπο. Αλλά πριν απ’ όλα, καθοδήγηση.]

Παράλληλα διάβαζα. Νομίζω από πάντα διάβαζα. Είναι ίσως ο πιο εύκολος τρόπος να διαφεύγεις απ’ όσα δεν μπορείς να διαφύγεις. Συνεχίζω να διαβάζω. Να διαβάζω όσο μπορώ.

Και συνέχισα να γράφω. Και να σβήνω, να διορθώνω, να ξαναγράφω. Η διαδικασία επίπονη, ψυχοφθόρα. Ενίοτε και λυτρωτική. Σπάνια, για να είμαστε ειλικρινείς. Η ικανοποίηση που αντλεί ένας δόκιμος συγγραφέας είναι ελάχιστη μπροστά στον κόπο του, που συχνά μοιάζει εντελώς μάταιος. Οι περισσότεροι τα παρατάνε. Κι εγώ τα παράτησα αρκετές φορές, αλλά το σαράκι που λέγαμε, συνέχισε να έρχεται.

Ε, και συνέχισα να γράφω.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το «24». Το πρώτο μου βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη.

Περισσότερα για το «24» εδώ αλλά και στο site του εκδοτικού οίκου.

Και είμαι χαρούμενος γι’ αυτό. Όχι απλώς χαρούμενος, ενθουσιασμένος. Και θα χαρώ περισσότερο αν διαβάσω τη γνώμη σας, και ακόμη περισσότερο αν δω τα σχόλια και τις φωτογραφίες με ή χωρίς το βιβλίο (στο τρένο ή και αλλού) στο hashtag: #24Goranitis.

Και κάτι τελευταίο: Ο πόλεμος με το σαράκι δεν τελείωσε. Ίσα ίσα, μόλις άρχισε. Απλώς το βλέπω λίγο πιο αδύναμο, τώρα που δίνεται η δεύτερη μάχη. Τώρα που γράφω το πρώτο μου μυθιστόρημα.

ΟΚ, τώρα που προσπαθώ να γράψω το πρώτο μου μυθιστόρημα. Περισσότερα σύντομα.