Διηγήματα

Μια καρδιά στον αέρα

Ένα διήγημα που δημοσιεύτηκε στο Downtown (Τα Νέα Σαββατοκύριακο 4-5/4/2020)

Μέρα 1η

Η Αλεξάνδρα ξύπνησε από το επίμονο ringtone. You really know how to make me cry. Τεντώθηκε για να πιάσει το κινητό από το κομοδίνο.Στην οθόνη αναβόσβηνε η λέξη Μαμά. Αμφιταλαντεύτηκε αν πρέπει να απαντήσει. Άφησε τη Μπίλι Άϊλις να συνεχίσει: When you gimme those ocean eyes. Τις τελευταίες ημέρες μιλάνε πιο συχνά από ποτέ. Η μητέρα της ανησυχεί. Ανησυχεί υπερβολικά. When you gimme those ocean eyes. I’m scared.

Η Αλεξάνδρα έσυρε το πράσινο ακουστικό και είπε μια βραχνή καλημέρα. Η κυρία Ελένη τη ρώτησε πώς είναι. Η Αλεξάνδρα τη διαβεβαίωσε ότι είναι μια χαρά. Η Ελένη καθάρισε τον λαιμό της. «Αλεξάνδρα, τα πράγματα σοβαρεύουν. Σοβαρεύουν πολύ» είπε και έκανε μια μικρή παύση, όχι όμως αρκετή για να μιλήσει η κόρη της. «Πρέπει να γυρίσεις στην Ελλάδα».

Η Αλεξάνδρα ανασήκωσε τα μαξιλάρια και στήριξε την πλάτη της. Τράβηξε την κουρτίνα και κοίταξε έξω. Η πανεπιστημιούπολη ήταν ακόμη ήσυχη λόγω της ώρας, αλλά αρκετοί πηγαινοέρχονταν ήδη στο προαύλιο της εστίας. Η Αλεξάνδρα δεν είχε ιδέα ότι τρεις συμφοιτητές της, όλοι δευτεροετείς στο τμήμα Συγκριτικής Λογοτεχνίας, ήταν ήδη φορείς του ιού. Το ίδιο και ο λέκτορας που συνάντησε στη βιβλιοθήκη. Και μία μαγείρισσα στο σελφ σέρβις εστιατόριο του κάμπους. Η Αλεξάνδρα δεν είχε ιδέα –όπως και κανείς απ’ όλους αυτούς– ότι μέχρι το απόγευμα θα είχαν μεταδώσει τον ιό σε δεκαεπτά ακόμη φοιτητές και εργαζόμενους του πανεπιστημίου. «Είμαι ασφαλής εδώ» είπε η Αλεξάνδρα. Η μητέρα της πήρε μια βαθιά ανάσα. «Πουθενά δεν είσαι ασφαλής» είπε.

«Μαμά, υπερβάλλεις» είπε η Αλεξάνδρα κι αφού πάτησε το πλήκτρο της ανοιχτής ακρόασης, σηκώθηκε από το κρεβάτι. Άρχισε να προβάρει ρούχα στον καθρέφτη όσο η μητέρα της μιλούσε για όσα βίωνε τις τελευταίες ημέρες στο νοσοκομείο. «Διασωληνώνεται ο ένας μετά τον άλλο. Η ίδια διάγνωση: Αμφοτερόπλευρη πνευμονία». Η Αλεξάνδρα την έκοψε: «Επειδή είσαι συνέχεια εκεί μέσα, νομίζεις ότι όλος ο κόσμος είναι άρρωστος». Η Ελένη ξερόβηξε. «Αλεξάνδρα, σοβαρέψου. Με αυτό τον ιό κανείς δεν μπορεί να παίζει. Ειδικά εσύ». Η Αλεξάνδρα έκανε να αντιμιλήσει αλλά το κράτησε μέσα της. Ειδικά εγώ, σκέφτηκε και έσκυψε το κεφάλι λες και την έβλεπε. Ο ερυθηματώδης λύκος που εμφανίστηκε λίγο πριν τις πανελλαδικές εξετάσεις δεν είχε σταματήσει να την ταλαιπωρεί. Έπαιρνε τα φάρμακά της και συνέχιζε κανονικά τη ζωή της, αλλά στην άκρη του μυαλού της παραμόνευε διαρκώς η επίγνωση ότι η υγεία της είναι ευάλωτη.

«Αυτή τη φορά πρέπει να με ακούσεις», είπε η Ελένη και αφού μεσολάβησαν λίγα δευτερόλεπτα ανακοίνωσε στην κόρη της ότι της είχε ήδη βγάλει αεροπορικό εισιτήριο. «Πετάς αύριο για Αθήνα» είπε. Η φωνή της ασυνήθιστα κοφτή. Από τότε που είχε φύγει η κόρη της, δεν την μάλωνε ούτε της μιλούσε απότομα. Η Αλεξάνδρα ετοιμάστηκε κάτι να πει, αλλά η μητέρα της συνέχισε: «Μην αποχαιρετήσεις τους φίλους σου. Τουλάχιστον όχι από κοντά». Η Αλεξάνδρα αναστέναξε και κάρφωσε το βλέμμα της στη φέτα του κόσμου που πρόβαλλε από το παράθυρο. Οι ακτίνες του ήλιου συνέχιζαν το αέναο παιχνίδι τους με τα σύννεφα. Ένα χελιδόνι πετούσε χαμηλά, σύριζα σχεδόν στους καλοσχηματισμένους θάμνους. Μια γυναίκα προχωρούσε χαμογελαστή πληκτρολογώντας με τους αντίχειρες στο κινητό της. Ένα αγόρι έστρωνε τα μαλλιά του με τα δάχτυλα. Η ζωή συνεχιζόταν ανεπίγνωστα, σαν σε όνειρο. Μόνο που η Αλεξάνδρα είχε ξυπνήσει για τα καλά. Είχε ξυπνήσει σε έναν εφιάλτη.

*

Ο Δημήτρης πάτησε τον διακόπτη του ρεύματος με τον αγκώνα και κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά της πολυκατοικίας. Είχε από μέρες πάψει να χρησιμοποιεί ασανσέρ. Λαχάνιαζε. Το τσιγάρο φταίει, έλεγε από μέσα του δίνοντας μια αφηρημένη υπόσχεση ότι θα το ελαττώσει. Άνοιξε την εξώπορτα χωρίς να αγγίξει το πόμολο –μικρή νίκη, έλεγε από μέσα του κάθε φορά που τα κατάφερνε– και δυνάμωσε την ένταση. Η φωνή της Μπίλι Άϊλις δόνησε τα ακουστικά: Maybe we should just try / To tell ourselves a good lie. Το αγαπημένο τραγούδι της Αλεξάνδρας. Με τον καιρό το αγάπησε κι ο Δημήτρης. Το άκουγε στο repeat μέχρι που έφτασε στο σταθμό του μετρό. We fall apart as it gets dark. Στο βαγόνι φροντίζει να μην αγγίζει οτιδήποτε. Μετά από αρκετές δοκιμές είχε καταλήξει στην κατάλληλη στάση του σώματος ώστε να μένει όρθιος χωρίς να χρειάζεται να κρατιέται από τις χειρολαβές ή να στηρίζεται στους στύλους. Μικρή νίκη σκεφτόταν όσο η Μπίλι επέμενε στ’ αυτιά του: And nothing has to change today. Σε ένα απότομο φρενάρισμα, όμως, ο Δημήτρης έχασε την ισορροπία του. Άπλωσε ενστικτωδώς το χέρι και στηρίχτηκε στο τζάμι. Δεν είχε ιδέα ότι μια και μόνο εκπνοή ενός συνεπιβάτη του είχε στείλει αρκετές χιλιάδες σωματίδια του ιού στην πόρτα του βαγονιού.

Έχε χάρη, σκέφτηκε ο Δημήτρης και χαμογέλασε στην αντανάκλασή του στο θαμπό τζάμι. Δεν χαμογελάει συχνά τις τελευταίες ημέρες. Το μυαλό του σκαρώνει δυσοίωνα σενάρια. Φοβάται. «Δεν φοβάμαι για μένα», είπε στον Φάνη, τον προϊστάμενό του στο call center, αφού του ζήτησε να εργαστεί κι εκείνος απ’ το σπίτι. Δεν του είπε για το άσθμα. Προσπαθεί κι ο ίδιος να το απωθεί. Αυτό που φοβάται περισσότερο είναι η παραδοχή του φόβου. «Δηλαδή δεν φοβάμαι μήπως αρρωστήσω εγώ» συνέχισε ο Δημήτρης κοιτώντας τα παπούτσια του. Στο μυαλό του ήρθε η εικόνα της μάνας του. Από τότε που πέθανε ο πατέρας του, η καρδιά της κυρίας Στέλλας χτυπούσε ολοένα και πιο άρρυθμα. Της έλεγε να πάνε στον γιατρό για να της αλλάξει τα χάπια, αλλά εκείνη αντιστεκόταν. «Μια χαρά είμαι» έλεγε χωρίς να το πιστεύει. Τον κοιτούσε με βλέμμα άδειο. Έμοιαζε να έχει στερέψει από κουράγιο για ζωή. «Φοβάμαι για τη μάνα μου» είπε τελικά στον Φάνη.

«Όλοι φοβούνται» είπε ο Φάνης. Η φωνή του ήταν τσιριχτή, εντελώς παράταιρη με το σουλούπι του: Μοιάζει με παλαίμαχο παλαιστή. «Όπως πάει, θα το διαλύσουμε το μαγαζί» συνέχισε λοξοκοιτώντας τον Δημήτρη. «Μα τηλεπωλήσεις κάνουμε. Σε κλήσεις απαντάμε. Τι θα αλλάξει αν τις απαντάμε από το σπίτι μας;» αντιμίλησε εκείνος. «Η εταιρεία έχει κανόνες» είπε ο Φάνης. «Πρέπει να μείνει όρθια» και η φωνή του βγήκε ακόμη πιο λεπτή. Δεν μένει απλώς όρθια αλλά ανθεί, σκέφτηκε ο Δημήτρης. Από τότε που ξεκίνησε η κρίση, τα τηλέφωνα δεν σταματούν δευτερόλεπτο. Από εκεί που πουλούσαν χύτρες ταχύτητας και βραστήρες, το είχαν γυρίσει σε οξύμετρα και μάσκες πολλαπλών χρήσεων – «εντελώς άχρηστες» είχε αποφανθεί ο υπεύθυνος πωλήσεων όταν ο Δημήτρης ζήτησε μία για τη μάνα του. Ο Φάνης ένευσε στον Δημήτρη προς το μπουκάλι με το αντισηπτικό. Ήταν δεμένο με λευκοπλάστ πάνω στον ψύκτη. Το προηγούμενο κάποιος το έκλεψε. «Καθαρά χεράκια και δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα» του είπε και έτριψε τα δικά του στον αέρα. «Μην τρελαθούμε κιόλας». Ο Δημήτρης δεν επέμεινε. Πάτησε με δύναμη το ντισπένσερ. Η μυρωδιά του απολυμαντικού απλώθηκε στην ατμόσφαιρα. Ανάσανε βαθιά με μια ένοχη αίσθηση. Απεχθανόταν αυτή τη μυρωδιά. Αλλά την είχε πια συνηθίσει. Όπως και αυτή τη δουλειά. Την απεχθανόταν αλλά την είχε συνηθίσει. Την είχε ανάγκη. 

Με το που έφυγε από το γραφείο, τηλεφώνησε στη μητέρα του. Η φωνή της αχνή, ίσα που ακουγόταν. Της ανακοίνωσε ότι θα σταματήσει να την επισκέπτεται. «Για το δικό σου καλό» είπε. «Ούτε για φαγητό δεν θα έρχεσαι;» ρώτησε ξεψυχισμένα η κυρία Στέλλα. Ο Δημήτρης την καθησύχασε. «Γρήγορα θα τελειώσει όλο αυτό και θα ξαναέρχομαι κανονικά». «Πόσο γρήγορα;» ρώτησε η κυρία Στέλλα. Ιδέα δεν είχε ο Δημήτρης. Πού να ’χει; «Θα τα πούμε αργότερα» της είπε απλώς. Τερματίζοντας την κλήση, είδε μια ειδοποίηση για νέο μήνυμα να αναβοσβήνει. «Έρχομαι αύριο Αθήνα» έγραφε η Αλεξάνδρα. Η καρδιά του επιτάχυνε. Ανυπομονούσε να τη δει, αλλά ενδόμυχα ανησυχούσε. Τόσα ακούγονταν για όσους έρχονταν από το εξωτερικό. «Χαίρομαι» απάντησε. Πάτησε Αποστολή αλλά όπως ξαναδιάβασε το μήνυμα, του φάνηκε κάπως ξερό. «Χαίρομαι που θα το περάσουμε αυτό μαζί» συμπλήρωσε. Πάτησε το play και άφησε τη Μπίλι να τραγουδήσει

Όταν ο Δημήτρης είχε πια ξαπλώσει στον φθαρμένο καναπέ του σαλονιού έφτασε η απάντηση της Αλεξάνδρας: Το emoji στο σχήμα της καρδιάς. Ήθελε να της στείλει κι εκείνος μία, αλλά του φάνηκε κάπως σαχλό. «Σου τη χρωστάω» ψιθύρισε και αποκοιμήθηκε κατάκοπος. Στο μυαλό του, η Μπίλι ψιθύριζε πια: If you need me, wanna see me, You better hurry, I’m leaving soon.

Μέρα 2η

Η Αλεξάνδρα ξύπνησε αξημέρωτα για να προλάβει την πτήση. Είχε να ξυπνήσει τόσο νωρίς από τον περασμένο Αύγουστο, όταν πήραν το καράβι για την Αντίπαρο. Πότε θα ξαναπάμε διακοπές, αναρωτήθηκε. Πότε θα τελειώσει όλο αυτό; Η ερώτηση αιωρήθηκε αναπάντητη, επέτεινε αυτή την αίσθηση του ιλίγγου που την καταλάμβανε τις τελευταίες ημέρες.

Στο Heathrow ο κόσμος ήταν λιγότερος από κάθε άλλη φορά, αλλά δεν έπαυε να είναι αρκετός. Η μητέρα της ήταν σαφής: Να κρατάς αποστάσεις, να φοράς μάσκα, να μην αγγίζεις το πρόσωπό σου, να φας τρως ούτε να πιείς. Μάσκα ντράπηκε να φορέσει αλλά φρόντισε να εφαρμόσει τις υπόλοιπες οδηγίες. Ήπιε μόνο έναν καφέ. Δεν είχε ιδέα ότι εκατοντάδες μόρια του ιού περίμεναν πάνω στο πλαστικό καπάκι προκειμένου να μεταπηδήσουν στον ξενιστή τους, να αναζητήσουν τα φιλόξενα κύτταρα που θα έδιναν νόημα στη βραχύβια ύπαρξη τους.

Το αεροπλάνο ήταν μισογεμάτο. Η θέση της Αλεξάνδρας ήταν στο παράθυρο. Η μεσαία κενή, και στην ακριανή της τριάδας καθόταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα. Λίγο μετά την απογείωση, η γυναίκα έβηξε. Κοίταξε την Αλεξάνδρα με αυτό το ντροπαλό, σχεδόν απολογητικό βλέμμα που έχουν αυτές τις μέρες όσοι βήχουν. Όχι δα, έμοιαζε να λέει με το καθησυχαστικό βλέμμα της. Ένα απλό βηχαλάκι είναι. Δεν με βλέπεις; υπονόησε τρεμοπαίζοντας τα βλέφαρα. Είμαι υγιέστατη. Η Αλεξάνδρα πείστηκε. Κατέβασε το τραπεζάκι της ενδιάμεσης θέσης, λες και θα λειτουργούσε ως πρόσθετη ασπίδα προστασίας. Η γυναίκα της χαμογέλασε. Φανή, της συστήθηκε. Έπιασαν κουβέντα. Επέστρεφε στην Ελλάδα γιατί το εστιατόριο όπου δούλευε στο Μπράιτον έκλεισε λόγω μέτρων. Η Αλεξάνδρα την παρατηρούσε όσο φλυαρούσαν: Έμοιαζε λυπημένη ακόμη κι όταν χαμογελούσε. Όπως όλοι αυτές τις μέρες, σκέφτηκε η Αλεξάνδρα. Η Φανή συνέχισε να μιλάει για τις σχέσεις από απόσταση. «Δεν μπορώ καν να φανταστώ πόσο θ’ αλλάξουν οι ανθρώπινες σχέσεις όταν τελειώσει όλο αυτό», είπε η Φανή και άνοιξε τα χέρια της στον αέρα. Ήθελε φαίνεται να σχηματοποιήσει το «όλο αυτό». Μόνο που αυτό δεν είχε σχήμα. Ήταν ακαθόριστο. «Δεν ξέρω πώς θα αντικρίζουμε τους άλλους» συνέχισε. Εδώ δεν ξέρουμε πώς θα αντικρίζουμε τον εαυτό μας, ήθελε να συμπληρώσει η Αλεξάνδρα. Η μασκοφόρος αεροσυνοδός τις διέκοψε όμως, για να σερβίρει το γεύμα. Η Φανή ακούμπησε τον δίσκο της Αλεξάνδρας στο τραπεζάκι του κενού καθίσματος. Ούτε που είχε ιδέα ότι αρκετά μικροσωματίδια μεταπήδησαν από το νύχι του παράμεσού της και στρογγυλοκάθισαν στο πλαστικό σκέπασμα του γεύματος.

*

Φεύγοντας από τη δουλειά, ο Δημήτρης συνάντησε στο ασανσέρ τον Παύλο, έναν συνομήλικό του που κοιτούσε πάντα ευθεία με βλέμμα χαμένο. Τα ρούχα του αναδύουν μια μυρωδιά μήλου. Ή καμφοράς. Δεν τους αντέχω τους ατμιστές, σκέφτηκε ο Δημήτρης όπως τον χαιρέτησε με ένα νεύμα. Έσκυψε στο κινητό του, αλλά ο Παύλος ήταν αναπάντεχα ευδιάθετος και ομιλητικός. Ιδέα δεν είχε ότι ο ιός επωαζόταν στο ανώτερο αναπνευστικό του από τη στιγμή που αγκάλιασε τη Λίνα χθες βράδυ. Κοιμήθηκε σπίτι της και ήρθε κατευθείαν στο γραφείο. Ούτε η Λίνα είχε ιδέα ότι ήταν φορέας από το περασμένο Σάββατο, όταν βρέθηκε σε ένα τραπέζι με φίλους. Επτά στους οκτώ έφυγαν από εκείνο το δείπνο με τη σχεδόν αόρατη συντροφιά που θα τους συνόδευε για τουλάχιστον δύο τρεις εβδομάδες.

Ο Δημήτρης γύρισε στο σπίτι αμέσως μετά τη δουλειά. Διάβασε τα μηνύματα που του είχε στείλει η Αλεξάνδρα πριν επιβιβαστεί. Σκρόλαρε στο feed του Instagram. Φίλες που ανέβαζαν αμήχανες πόζες από την καραντίνα, φίλοι που πόσταραν ηλίθια memes. Αποκοιμήθηκε στον καναπέ με την τηλεόραση να αναπαράγει δυσοίωνα στατιστικά και καμπύλες που δεν έλεγαν να καμφθούν. Ιδέα δεν είχε ότι σύντομα θα γινόταν κι ο ίδιος μια τόση δα, ανεπαίσθητη βούλα στη γραμμή που συνέχιζε να ανεβαίνει. When we all fall asleep, where do we go?

Photo: Stefano Guidi

Μέρα 3η

Η Αλεξάνδρα ξύπνησε στο παιδικό της δωμάτιο. Η αίσθηση ήταν ανακουφιστική και ταυτόχρονα αφόρητη. Βρισκόταν εκεί και την ίδια στιγμή έλειπε. Δεν μπορεί καν να συναντήσει τη μητέρα της μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. «Για να μη σε κολλήσω και να μη με κολλήσεις», ανακοίνωσε η Ελένη στην κόρη της και οριοθέτησε τους χώρους του σπιτιού που μπορεί να επισκέπτεται η καθεμιά. «Αποκλεισμένη δηλαδή;» ρώτησε η Αλεξάνδρα. «Πφφ» γέλασε η Ελένη. «Σιγά τον αποκλεισμό». Η Αλεξάνδρα παρατήρησε το δωμάτιο σαν να το έβλεπε πρώτη φορά: το χαμηλό σκαμπό, τις φωτογραφίες από την πενθήμερη καρφιτσωμένες στον τοίχο, μια αφίσα της Μπίλι Άϊλις, ο καθρέφτης με τα σημάδια του παλιού κραγιόν. Σαν θραύσματα από μια περασμένη ζωή. Η Αλεξάνδρα ήθελε την τωρινή ζωή της πίσω. Πάτησε επίμονα με το δάχτυλο την οθόνη του κινητού.

Ο Δημήτρης έπινε ήδη τον καφέ του όταν στην οθόνη του εμφανίστηκε η ένδειξη Εισερχόμενη βιντεοκλήση πάνω από το χαμόγελο της Αλεξάνδρας. Ήταν μια φωτογραφία από τις περσινές τους διακοπές στην Αντίπαρο. Ποιος ξέρει πότε θα ξαναπάμε διακοπές, σκέφτηκε και πάτησε το πλήκτρο της απάντησης. Η Αλεξάνδρα του είπε για το δικό της ταξίδι. «Πρόσεχα» τον διαβεβαίωσε. «Και τώρα;» ρώτησε ο Δημήτρης. «Και τώρα εδώ» είπε εκείνη. Δεν είχε βγάλει εισιτήριο επιστροφής για το Λονδίνο. «Ποιος ξέρει; Ίσως μείνω μόνιμα εδώ». Ο Δημήτρης αναθάρρησε. Αναζητούσε κάτι ευοίωνο μέσα σε τόσο ζόφο. Τη ρώτησε πότε θα βρεθούν. Η Αλεξάνδρα έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Η μάνα μου λέει να μη συναντήσω κανέναν για λίγες ημέρες». «Όταν λες για λίγες ημέρες;» «Δεν ξέρω. Για δύο εβδομάδες» ψέλλισέ η Αλεξάνδρα. Ο Δημήτρης δυσανασχέτησε: «Περιμένω τόσους μήνες». Η Αλεξάνδρα γέλασε. «Θα βρούμε μια λύση» του είπε.

Ο Δημήτρης σκεφτόταν όλη μέρα ποια θα είναι αυτή η λύση. Δεν ήταν βέβαιος ότι πρέπει να την ανακαλύψει αλλά συνέχισε να την αναζητά, σαν άσκηση για το κουρασμένο μυαλό του. Μέχρι αργά το βράδυ, μέχρι που αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Μετά από καιρό είχε αρχίσει να βλέπει όνειρα. Όνειρα που εξαϋλώνονταν μόλις ξυπνούσε. Δεν θυμόταν τι είχε συμβεί. Όπως με τα σίριαλ που βλέπει χωρίς να παρακολουθεί. Δεν μπορεί να συγκεντρωθεί. Αισθάνεται παγιδευμένος σε μια κινούμενη άμμο. Τρέχει διαρκώς χωρίς να μπορεί να ξεκολλήσει. Τρέχει και λαχανιάζει. What do you want from me? Why don’t you run from me?

Μέρα 4η

Με το που ξύπνησε, η Αλεξάνδρα τηλεφώνησε στη μητέρα της. Ήταν κάπως αστείο και την ίδια στιγμή θλιβερό το γεγονός ότι άκουγε το τηλέφωνο να κουδουνίζει στο σαλόνι, λίγα μέτρα μακρύτερα απ’ το δωμάτιό της. Η Ελένη της είπε περιληπτικά τα νέα του νοσοκομείου –δεν είχε δα και άλλα νέα– αλλά η Αλεξάνδρα δεν την πρόσεχε. Σκόπευε απλώς να διεκδικήσει την ελευθερία της. Αμφέβαλε για τη σκοπιμότητα της καραντίνας. «Υπομονή βρε κορίτσι μου», έλεγε η Ελένη. «Όλοι κάνουμε υπομονή αυτές τις μέρες».

«Υπομονή» απαντούσε κι η Αλεξάνδρα στα μηνύματα του Δημήτρη.

Το απόγευμα o Δημήτρης τσακώθηκε ξανά με τη μάνα του που επέμενε να πάει στην εκκλησία. Οι χαιρετισμοί, έλεγε. «Υπομονή, βρε μάνα». Υπομονή. Ένιωθε κατάκοπος. Συνέχιζε να τρέχει στην κινούμενη άμμο. Ο ύπνος τον πήρε και πάλι στον καναπέ. Μετά από καιρό θυμόταν το όνειρο όταν ξύπνησε. Καλούσαν, λέει, έξαλλοι πελάτες που κόλλησαν τον ιό γιατί οι μάσκες που τους πούλησαν δεν τους προστάτευσαν από τον ιό. «Τι να σας πω;» έλεγε με φωνή διστακτική ο Δημήτρης. «Ένας απλός τηλεφωνητής είμαι». Προσπάθησε να κοιμηθεί ξανά, αλλά ο ύπνος δεν ερχόταν. I hold your phone, Don’t wake up, I hear a voice, In the ground.

Μέρα 5η

Η Αλεξάνδρα ξύπνησε κακοδιάθετη. Καφές και πρώτο τηλεφώνημα στον Δημήτρη. «Δεν ξέρω τι φταίει, αλλά δεν είμαι στα καλά μου» είπε στον Δημήτρη. «Το ταξίδι, η αναστάτωση, το άγχος της μάνας μου…Δεν ξέρω» του είπε. «Κανείς δεν είναι στα καλά του αυτές τις μέρες» είπε ο Δημήτρης.

«Ακόμη και ο καφές μου φαίνεται άγευστος». Ιδέα δεν είχε ότι η απώλεια γεύσης ήταν από τα πρώτα συμπτώματα της νόσου. «Λες ν’ αρρώστησα;» «Κοφ’ το δεν είναι αστείο», είπε ο Δημήτρης και προσπάθησε ν’ αλλάξει θέμα. Το μυαλό του όμως επέστρεφε εκεί. Δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι διαφορετικό. Έβλεπε χαζά σίριαλ στην τηλεόραση, αστεία βίντεο στο YouTube, αλλά ο νους του έμοιαζε να έχει ρίξει άγκυρα στον βυθό της νόσου. Στον βυθό αυτό έπεφτε ο Δημήτρης όσο προσπαθούσε ανεπιτυχώς να ξανακοιμηθεί. Watch your back when you can’t watch mine.

Μέρα 7η

Η Αλεξάνδρα ξύπνησε με πόνους στο σώμα. Η μεταλλική ενόχληση στον λαιμό της γινόταν ολοένα και πιο επίμονη – λες και ένα καρφί μπαινόβγαινε πυρωμένο στον φάρυγγά της. «Μήπως τελικά κόλλησα;» έγραψε στον Δημήτρη. «Μην τρελαίνεσαι» απάντησε εκείνος. «Ιδέα σου είναι. Κι εμένα με πονάει λίγο ο λαιμός μου». Το τσιγάρο φταίει, καθησύχασε τον εαυτό του, το παράκανα τις τελευταίες ημέρες. Και συνέχιζε να τον καθησυχάζει μέχρι που κοιμήθηκε, ενώ ο ιός συνέχιζε απτόητος τη μάχη του με τα υγιή κύτταρά του. I’ve been walking through, A world gone blind τραγουδούσε η Μπίλι αλλά δεν την άκουγε.

Photo: Haneen Hadiy

Μέρα 9η

Η Αλεξάνδρα ξύπνησε μέσα στη νύχτα από τον έντονο βήχα της. Έβαλε θερμόμετρο. Ο υδράργυρος έφτασε στη γραμμή που σήμαινε το 38. Στη μάνα της δεν είπε το παραμικρό. Είχε αποφασίσει να μην την ανησυχήσει. Έστειλε όμως μήνυμα στον Δημήτρη. «Φοβάμαι» του έγραψε. Ο βήχας αντήχησε στο στήθος της, δυνατός σαν τα μπάσα στο κομμάτι της Μπίλι. My mommy likes to sing along with me. But she won’t sing this song

Με το που διάβασε το μήνυμα, ο Δημήτρης ακούμπησε το μέτωπό του. Ζεστό. Δεν είχε όμως θερμόμετρο. Τηλεφώνησε στον προϊστάμενο και του είπε ότι δεν νιώθει καλά. «Μάλλον έχω πυρετό» και ξερόβηξε. Ο Φάνης γέλασε τρανταχτά. «Για κάποιους σαν κι εσένα, από σήμερα έχουμε θερμομέτρηση στην είσοδο. Θα ξεχωρίζουμε τους άρρωστους, θα ξεχωρίζουμε και τους ψεύτες».

Ο Δημήτρης ντύθηκε άκεφα και πήγε για δουλειά. Το μετρό μισοάδειο – εικόνα ανακουφιστική και συνάμα τρομακτική. Ο μασκοφόρος σεκιουριτάς στην είσοδο της εταιρείας, τον πλησίασε με ένα φορητό θερμόμετρο σαν τα πιστόλια των λούνα παρκ. «Απύρετος» είπε ο μεσόκοπος φύλακας και του χαμογέλασε. Ιδέα δεν είχε ότι εκείνο το μικροσταγονίδιο που ξέφυγε από τα χείλη του Δημήτρη και προσγειώθηκε στο μάτι του, θα μετέφερε αρκετό ιικό φορτίο για να νοσήσει και ο ίδιος. Ιδέα δεν είχε. Ούτε εκείνος, ούτε κανείς.

Ο Δημήτρης έμεινε στο πόστο του μέχρι να τελειώσει η βάρδιά του. Ο πονοκέφαλος εντεινόταν. Ο πόνος στο στήθος πιο οξύς. Πού και πού σηκωνόταν και έπλενε τα χέρια του με το απολυμαντικό. Μετά ακουμπούσε το μέτωπό του με την παλάμη. Το ένιωθε ζεστό. Μην αγγίζετε το πρόσωπό σας, άκουγε στο μυαλό του την οδηγία. Ίλιγγος. Δεν φοβάμαι για ‘μένα, είπε από μέσα του. I’m scared. I’ve never fallen from quite this high. Επανέλαβε την κίνηση αρκετές φορές μέχρι το βράδυ. Το μέτωπό του όλο και πιο ζεστό – στο μυαλό σου είναι όλα, έλεγε, μέχρι που έγειρε στον καναπέ. Falling into your ocean eyes. Those ocean eyes. Το τραγούδι ακουγόταν από κάπου μακριά. Τόσο μακριά που χανόταν.

Μέρα 11η

Η Αλεξάνδρα ξύπνησε με την αίσθηση ότι δεν της φτάνει πια ο αέρας. Συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε πια να κρύβεται από τη μητέρα της. Πάτησε το πλήκτρο της κλήσης και έκλεισε ξανά τα μάτια. Ίλιγγος. I’m scared. I’ve never fallen from quite this high. Πρώτα ακούστηκε το κουδούνισμα και μετά τα βήματα της Ελένης. Η Αλεξάνδρα της είπε ότι δυσκολεύεται ν’ ανασάνει. Η Ελένη πέταξε το ακουστικό και έτρεξε στο δωμάτιο. Κάλυψε το στόμα και τη μύτη της με το μανίκι. Με την ανάστροφη της παλάμης της ακούμπησε στο μέτωπο της Αλεξάνδρας. «Στο νοσοκομείο, τώρα» είπε μόνο και βγήκε από το δωμάτιο. Το σακ βουαγιάζ έχασκε σε μια γωνία του δωματίου, σαν υπενθύμιση ενός ταξιδιού που τελείωσε πρόωρα. i don’t know, i just wish i wasn’t breathing.   

Ο Δημήτρης δεν έβαζε πια θερμόμετρο. Ένιωθε το σώμα του να βράζει. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε από τον βήχα. Πήρε τηλέφωνο στον ειδικό αριθμό και είπε τι του συμβαίνει. Τα συμπτώματα. Το ιστορικό του με το άσθμα. «Τι να σας πω; Τηλεφωνήτρια είμαι» άκουσε μια ζεστή γυναικεία φωνή. Ο Δημήτρης ανακάλεσε το όνειρο. «Συνάδελφος κι εγώ, τα ξέρω» είπε σχεδόν απολογητικά. Το αχνό γέλιο του κρύφτηκε μέσα σε έναν παροξυσμικό ξερόβηχα. «Αν ο πυρετός δεν πέσει μέχρι το βράδυ, ξανακαλέστε» σύστησε η τηλεφωνήτρια. Δεν είχε ιδέα αν είναι πρωί ή βράδυ. Απάντησε στην κλήση της μητέρας του, καλύπτοντας το μικρόφωνο κάθε που έβηχε. Στην Αλεξάνδρα όμως δεν απάντησε. Θα τον καταλάβαινε αμέσως. Δεν ήθελε να την ανησυχήσει.

Ο πυρετός ανέβαινε κι άλλο. Το στήθος βάραινε κάθε λεπτό που περνούσε. Ο Δημήτρης κάλεσε ξανά στον πενταψήφιο. Αυτή τη φορά απάντησε ένας άντρας με ένρινη φωνή. Ο Δημήτρης περιέγραψε με δυσκολία τα συμπτώματά του. Επέμεινε στις λέξεις «δύσπνοια» και «άσθμα». Ο τηλεφωνητής ακουγόταν διστακτικός. Ο Δημήτρης τον φαντάστηκε να ψάχνει στο διάγραμμα την ενδεδειγμένη απάντηση. «Σε παρακαλώ» είπε μόνο και έδωσε τη διεύθυνσή του. «Δεν παίρνω ανάσα».

Μέχρι να του χτυπήσει ο τραυματιοφορέας, ο Δημήτρης είχε χάσει και τις τελευταίες ελπίδες. Ήθελε να στείλει ένα μήνυμα στην Αλεξάνδρα. Δεν πρέπει να την ανησυχήσει. Δεν είχε ιδέα ότι κι εκείνη ήταν ξαπλωμένη σε ένα άβολο κρεβάτι με σκληρά από την πολλή χρήση σεντόνια. Δεν είχε ιδέα.

«Νιώθω να λαχανιάζω λες και ανεβαίνω γρήγορα τη σκάλα» είπε  Δημήτρης στον νοσηλευτή που του χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ντυμένος με λευκή στολή και γυαλιά σπηλαιοδύτη. Τη σκάλα, έκανε να πει, αλλά του κόπηκε η ανάσα. Αυτή η αίσθηση επί χίλια. Ο Δημήτρης είχε ανέβει χίλιες σκάλες και ζαλιζόταν. If I wasn’t breathing. Would that change your mind? Η φωνή της Μπίλι ακουγόταν στερεοφωνικά, λες και ήταν εκεί δίπλα του στην καμπίνα του ασθενοφόρου. Η ανάσα της μύριζε χλωρίνη. Δεν μπορούσε να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά. Κοιμήθηκε στο φορείο. Ή λιποθύμησε. Δεν είχε ιδέα.

Μέρα 13η

Η Αλεξάνδρα ξύπνησε ώρες αργότερα, χωρίς να έχει ιδέα πόσο είχε κοιμηθεί. Μετά από μέρες είχε επανέλθει η αίσθηση της όσφρησης. Απολυμαντικό και ιδρώτας. Και η αίσθηση της γεύσης. Μέταλλο στο στόμα. Αυτό το σωληνάκι που ισορροπούσε κάτω από τα ρουθούνια της, της έδινε τις ανάσες που έλειπαν. i don’t know, i just wish i wasn’t breathing.

«Σου ’χω μια έκπληξη» της είπε μια νοσοκόμα που έμοιαζε με αστροναύτη. Τράβηξε το κουρτινάκι που τη χώριζε από το διπλανό κρεβάτι, και παραμέρισε. Η Αλεξάνδρα έγειρε στο πλευρό με δυσκολία.

Και τον είδε. Ο Δημήτρης. Ήταν εκεί, ξαπλωμένος στο διπλανό κρεβάτι. Τα μάτια του κλειστά. Το χνώτο του θάμπωνε τον διάφανο αναπνευστήρα. Όλοι μοιάζουμε ευάλωτοι όταν κοιμόμαστε, αλλά εκείνος έδειχνε εντελώς απροστάτευτος, αδυνατισμένος και πελιδνός μέσα στα λευκά σκεπάσματα. «Είναι καλά;» ρώτησε η Αλεξάνδρα. Η νοσοκόμα έγνεψε καταφατικά. «Μα πώς;» ρώτησε η Αλεξάνδρα. «Πώς βρέθηκε εδώ;» «Η μάνα σου το κανόνισε» είπε η νοσοκόμα και σκούντησε τον Δημήτρη με τον γαντοφορεμένο της αντίχειρα.

Εκείνος ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα. Ασήκωτα. Αντιστέκονταν στο θαμπό φως. «Τα καταφέρνεις, μικρέ. Ο πυρετός πέφτει» του είπε η νοσοκόμα. Ο Δημήτρης μειδίασε. «Σου ’χω κι εσένα μια έκπληξη», και του έγειρε απαλά το κεφάλι προς τ’ αριστερά. Ο Δημήτρης ανοιγόκλεισε ξανά τα βλέφαρα. Αυτή τη φορά για να βεβαιωθεί ότι δεν κοιμάται.

Έψαχνε κάτι να πει. I had a dream I got everything I wanted. But when I wake up, I see. You with me. Ο στίχος της Μπίλι στριφογυρνούσε στο δυσκίνητο μυαλό του. Σάλιωσε τα ξεραμένα χείλη του για να μιλήσει. Τον πρόλαβε όμως η Αλεξάνδρα. «Χαίρομαι» του είπε πνίγοντας έναν λυγμό. Η φωνή της ρομποτική, αλλά στ’ αυτιά του Δημήτρη ακουγόταν ως μελωδία. «Χαίρομαι που θα το περάσουμε αυτό μαζί», πρόσθεσε.

Ο Δημήτρης ανοιγόκλεισε ξανά τα βλέφαρα. Αυτή τη φορά για να μη βουρκώσει. Πήγε κάτι να πει κάτι, αλλά λες και το μετάνιωσε, σήκωσε τους δείκτες των χεριών του και ζωγράφισε μια καρδιά στον αέρα. «Σου τη χρωστούσα» ψιθύρισε.  

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.